Τετάρτη, 7 Μαΐου 2008

ποιήματα από το ΣΤΙΓΜΑ



τ ό δ έ ν τ ρ ο


Ένα μεγάλο δέντρο
Κι η απαράλλαχτη σκιά του
Πληθαίνουν τα φύλλα, οι λέξεις
Όσο ξεκλέβει από το φως
Απλώνεται πάνω στο χώμα
Κάθε παραμικρή του αναπνοή
Στάζει ανεπαίσθητα στις ρίζες
Και πάλι ορθώνεται στον άνεμο
Έτσι που να μην ξεχωρίζει
Ποιο το δέντρο και ποια η σκιά του
Ποια η ζωή και ποια η ποίηση
Αλληλένδετη πραγματικότητα.

τ ρ ί γ ω ν ο

Μακριά πολύ κι ανάμεσα, στην κόχη του ορίζοντα,
προβάλλει εμπρός μου.

«Γαλάζιο τρίγωνο
λειαίνεις του μεσημεριού μου την ένταση
και ματιάς φευγαλέας το ανάστημα
ή το σχήμα ενατένισης
τα γυρτά απογεύματα.

Μικρό σημείο σταθερότητας
στη μετατόπιση
και δάσκαλε του έρωτα,
όταν αντίρροπες εντάσεις
ερίζουν και φλέγονται.

Ανακουφιστικό γαλάζιο τρίγωνο
κρατάς το θόλο του ναού μου στο στερέωμα,
το βάρος μιας ρέμβης και μιας εξομολόγησης,
στο φως σου που αφομοιώνει.

Εκεί
ο παιδικός αλμυρός ίλιγγος
και της νεότητας η έξαψη
στου κορμιού το αντιμάμαλο.

Γαλάζιο εφηβαίο
στη γύμνια που διατρέχουν τα μάτια στο διάστημα,
χωνευτήρι απύθμενο και μήτρα προαιώνια
γεννάς τον ουρανό της κάθε μέρας μου».


άτιτλο

Η μια σκιά γαντζώνεται στην άλλη
Υπόγεια κρύβουν ουρανούς
Αλλά
Πολεοδόμος πάντα ο νους.

Φρίκη θα πει
Να προσπερνάς ανέγγιχτη τη φρίκη
Και φόβος
Να μην ξέρεις πια για τι να φοβηθείς.


ε ξ ο μ ο λ ό γ η σ η

Πώς εμπορεύεσαι τις λέξεις,
γυμνώνεις το αδιαμόρφωτο,
σκορπάς ψηφίδες
και ζητάς
ν' αφουγκραστείς τον άνεμο,
να δεις το χρώμα της βροχής,
της ώρας,
τον ήχο απ' τα πατήματα στην άμμο,
όταν τα σβήνει το νερό ;

Εξαργυρώνεις την αλήθεια,
σαν στέλνεις άγνωρα πουλιά
να ζέψουν μαύρο άλογο
πάνω σε άγραφο ουρανό,
στερέωμα
που θα δεχτεί να σε αντέξει ;


σ τ ο υ ς κ ά β ο υ ς

Με παλμούς των κάβων τους τριγμούς
Στων δυνάμεων τα σύρριζα,
Ένα βήμα απ' τη γη,
Ένα άλμα απ' το νερό,
Ένα βλέμμα απ' τον ήλιο.

Είν' οι κάβοι ακρωτήρια δάχτυλα
Να μετριέται επάνω τους η ορμή των κυμάτων
Και της άρμης η αντίπραξη
Στα χωμάτινα ακρόπρωρα
Με τα πέτρινα πύρινα μάτια.

Ανοιχτά στης ψυχής τους αβλέμονες
Απομένουν μορφές οι ανάσες μας
Με ριπές στους ανέμους
Ερημώνες μετέωροι.

Πίσω το κύτος άσαρκο
Βυθίζεται στην άμμο
Μ' ενοχές κι επιθυμίες
Και τη μνήμη του αφρού στην καρίνα του.

Ίσια μπροστά στους πίδακες του ορίζοντα
Άγγελοι τροπαιοφόροι,
Συναυλίζοντες
Καθρεφτίσματα της ευχής και του χρόνου.

Οι ζωντανοί πηδούν στα κύματα
Βρέχονται την ελπίδα τους κοιτάζοντας μπροστά
Μόνες ψυχές ασώματες
Κάμνουν,
Επιστρέφουν και σιγούν
Λεπτή γραμμή πάντα μπροστά τους περιμένει
Για να ορίζει τ' όνειρο.


π ρ ο ε ξ ά γ γ ε λ ο ς
στον Κ. Β.

Με γυμνά πόδια,
να βραχούν στις δυο πλευρές της θάλασσας,
με τρομαγμένη αβασταγή τα μάτια
όρθιο δέντρο αναριζώθηκε.

Πίσω φωτιά, μπροστά τα κύματα
ξανά στη μήτρα.

Ψηλά στη σκαλωσιά της δύναμης
και της καινούριας μοίρας
ποιος να 'ναι, αλήθεια, από 'κει ψηλά ο ορίζοντας ;

Γερή σπορά από χνάρια μετρημένα
στην απλωσιά που η σκιά γράφει ανάστημα
γυρτός πάνω σ' ένα χορό
βήμα το βήμα ισορροπεί η ζωή του.

Κι όταν η αθλιότητα δοκίμασε την αντοχή του μύθου,
το δέντρο έπεσε
σκιά κι αέρα όρθια αφήνοντας.


άτιτλο

Έρωτες, πάθη,

σώμα της ματαίωσης,

γυρίστε πίσω !


χ ω ρ ί ς τ έ λ ο ς

Τότε
ανέστρεψα
στον ουρανό
κι έγραψα
με τα σύννεφα
ανορθόγραφα, λένε,
έβαλα
τελεία
ένα αστέρι,
πέρασαν
δυο πουλιά, τα κυνήγησα,


α ν α σ κ α φ ή

Ο ουρανός που σκάβει η ενατένιση

έχει κρατήσει απολιθώματα την Ομορφιά

και την Αλήθεια

και κάθε τόσο κάμνοντας

την ξαναβρίσκουμε

ατόφια, ανέγγιχτη.


ο φ ε ι λ ή

Έσκυψα μάζεψα τις στάχτες ακριβές
Πύρινα βότσαλα τις έριξα σε άδολο νερό,
Γι' αυτό ιερό,
Των ανέμων ματαίωση.
Ο ήχος έγραψε στο σώμα του νερού
Ωραίους κύκλους τέλειους
Έτσι που οι κύκλοι πρέπει να 'ναι.


άτιτλο

Στην άκρη
ενός περιβολιού
κυκλόφρακτου
άκουγα
τους κορυδαλλούς και
τα ψιθυριστά
πουλιά.
Σκαμμένα
τα χώματα
οι τρυγητές
δεν έφταναν.
Χαράζοντας
ίχνη
από πατημασιές
αβάδιστες
έκανα να μπω ˙ με καλοδέχτηκαν.


τ α β ό τ σ α λ α

Έχω μια συλλογή από βότσαλα αρχαία
Κομμάτια στιλβωμένα με τα πι, τα βι και τα ου
Τα αποθέτω, τα συνταιριάζω,
Συλλαβίζω τον κόσμο μου.

Τρίβονται το 'να στ' άλλο και πυρώνουν,
Παίρνουν το σχήμα του καιρού,
Στη φωτιά τους ζωγραφίζω
Για να
Αντιφεγγίζουν τον ήλιο
Που καθρεφτίζει τον κόσμο.

Τα σφίγγω μέσ' στο χέρι μου,
ρίχνω ψηλά,
τα κάνω αστέρι μου.


ΕΞΟΔΟΣ

Καλώ τον ήλιο και καλώ
Το αχάραχτο ποτάμι
Ακούστε
Ώριμος καρπός να ξεχυθεί
Για να ροήσει το νερό στη γη απ' τους αιώνες
Δώστε τα στήθη σας κρουστά στο πάθος του Καιρού.

Οι πόνοι σας το γύρισμα του Χρόνου να γεννούν
Και τα πατήματα στην άμμο
Κύμα πάνω στο κύμα να σβηστούν
Αλίμονο !
Μόνο έτσι φτιάχνουν βότσαλα οι βράχοι.


α φ ι έ ρ ω σ η

στον Χ. Β.

της χρυσαλίδας
τα μέσα μάτια πάντα μάτια
μόνο τα λόγια της φτερώσανε
για να πετάξει
στις λιγοστές μέρες που τάχθηκε.